Thursday, December 03, 2009

Καθαρίστρια με διδακτορικό στην οργανική χημεία

Ακούω συχνά και διαβάζω ακόμη συχνότερα για ατυχήσαντες επιστήμονες και χτυπημένες από την μοίρα επιστημόνισες που η ζωή τα έφερε έτσι και ασκούν άλλο επάγγελμα από αυτό που σπούδασαν. Αυτή η σακατεμένη κοινωνία, το άδικο σύστημα, φέρνει τα παιδιά μας στην καρέκλα του ψυχαναλυτή και ας μην έχουν λεφτά να τον πληρώσουν. Δεν βαριέσαιι, θα πληρώσει ο μπαμπάς. Αυτό γίνεται άλλωστε τόσα χρόνια. Ο μπαμπάς λοιπόν, ή η μαμά, ανάλογα με το ποιος έχει το πιο βαρύ πορτοφόλι, θα πληρώσει τα λάθη τα δικά του, που σαν πληγωμένος ιπποδρομιάκιας τα έπαιξε όλα στο γκανιάν κανακάρη του, που ξέρει τόσα από πυρηνική φυσική όσα και η Μαρία Αντουανέττα. Ξελιγωμένος, ο καθαρόαιμος λούζερ, καθώς πλησιάζει στο τέρμα αναθεματίζει όσα τον έκαναν ψωριάρη και ανίκανο. Πάνω από όλα την κοινωνία: γιατί δεν αντιληφθηκε το πολύπλευρο ταλέντο του. Μετά τον άγνωστο μηχανισμό που τον καταδίκασε να ανήκει στην γενιά των ολίγων ευρώ. Τα κυκλώματα που του έστησαν καρτέρι. Και φυσικά την μοίρα του. Που του έπαιξε παιχνίδι. Που τον κράτησε χαμηλά αντί να τον πετάξει στα ουράνια. Εκεί που δικαιωματικά ανήκει, στα άστρα.

Βαριέμαι και οργίζομαι όταν διαβάζω για νταντάδες με διδακτορικό, ανίκανες να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και να ξεφύγουν από την εσχατιά του επαγγελματικού στίβου. Οργίζομαι γιατί η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα είναι έγκλημα κοινωνικό ενώ το βόλεμα στο δημόσιο χρέος ιερό. Οργίζομαι γιατι κατασκευάζουμε ανεγκέφαλους πολυπτυχιούχους που γνωρίζουν μόνο να κλαψουρίζουν επειδή δεν βρήκαν καλοζεσταμένη θέση και τώρα γυαλίζουν τα παπούτσια άλλων αντί για τις δάφνες τους. Έλεος. Όσοι θέλουν να κλαίγονται ας το κάνουν μόνοι τους. Οι υπόλοιποι ας πάρουν τη ζωούλα στα χέρια τους. Δεν σε καταδικάζει κάποιος σε χαμηλό μισθό παρά μόνο ο εαυτός σου και η ανημπόρια σου να προβλέψεις, να δράσεις και να οργανωθείς. Λυπάμαι, τόσο απλά...

Tuesday, November 03, 2009

Γλυκές Αναμνήσεις!


Sunday, October 25, 2009

Για να κοιτάξουμε και λίγο πίσω...


Η άποψη που διαμορφώνεται κατά τη δεκαετία του 1980 είναι η δημιουργία του λεγόμενου οικιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή, με σαφή πλεονεκτήματα αλλά και αδυναμίες που εμφανίζονται ήδη από πολύ νωρίς. Η εκλαίκευση του μέσου προκαλεί ανάπτυξη μιας δυναμικής αγοράς, νέες προοπτικές για δυναμικές τεχνολογίες ενώ φανερώνει ταυτόχρονα την αδυναμία τόσο των κρατικών μηχανισμών όσο και των ιδιωτών να ελέγξουν τη δύναμη του μέσου, όταν αυτό βρίσκεται σε λάθος χέρια ή γεννά λάθος προσδοκίες.
Η ύπαρξη των κινδύνων αυτών δεν μειώνει στο ελάχιστο τη σημασία της δεκαετίας του 1980 στην ανάπτυξη και την ωρίμανση των υπολογιστών – αλλά και των χρηστών τους- στο επίπεδο που βρίσκονται σήμερα. Μέσα από τα λάθη γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν προσδοκίες και μέσα από το όραμα γεννήθηκε η σημερινή πραγματικότητα- και όλα αυτά με μια απίστευτη ταχύτητα, σχεδόν σαρωτική, η οποία μας έχει φέρει σε σημείο να θεωρούμε σήμερα την τότε δεκαετία ως πρωτόγονη.
Στο χώρο των ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε μακροπρόθεσμες προβλέψεις και ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε αν τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα θα βλέπουν την τεχνολογία σαν κάτι ξεχωριστό ή αν θα έχει αφομοιωθεί τόσο πολύ με τον τρόπο που ζούνε ώστε κάθε διαχωρισμός πραγματικής και εικονικής πραγματικότητας να μην είναι διακριτός. Ελπίζουμε καθώς θα κοιτούν πίσω να μπορούν να αντιληφθούν ότι αυτό που τους ενώνει με το παρελθόν είναι πολύ πιο ισχυρό από την προσδοκία που μπορεί να γεννά το μέλλον και έτσι να καταφέρουν να αυτοπροσδιορισθούν.
Για εμάς τους τυχερούς που βρεθήκαμε στην πρώτη ουσιαστικά δεκαετία «έντασης τεχνολογίας» στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα πρώτα home micros παραμένουν ένα είδος κρυφού πόθου που μας ενώνει τόσο με ένα ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της τεχνολογίας όσο και με τις πρώτες παιδικές μας αναμνήσεις, με τη σταδιακή αντικατάσταση των εξω-οικιακών δραστηριοτήτων αναψυχής από τις εσωστρεφείς αναζητήσεις πίσω από μια οθόνη. Όσο ελάχιστα ρομαντικό και αν φαντάζει, η στροφή προς τους υπολογιστές δημιούργησε κοινότητες ανθρώπων που φιλοξένησαν και προώθησαν σημαντικά δημιουργήματα. Το χτίσιμο από μια ολόκληρη γενιά ενός πολιτισμού που στηρίχθηκε στην ψηφιακή τεχνολογία παραμένει ακόμη και σήμερα μια διάσταση παραμελημένη όσο η κριτική και η καταγραφή του πολιτισμού στηρίζεται ακόμη σε ανθρώπους που απαξιώνουν την νέα δημιουργία, τον νέο ψηφιακό πολιτισμό.

Friday, October 09, 2009

Fingers Crossed

ή αλλιώς αναμένοντας τη Στέλλα Δανάη. Φευγει η υπερένταση κάνοντας έξι χιλιόμετρα ποδήλατο και καμιά ώρα κολύμπι; Kατηγορηματικά όχι. Λίγες ώρες πριν την αφιξή της. Μια νύχτα που σίγουρα βάζει οριστικό τέλος σε ότι έζησα μέχρι τώρα. Τέλος σε μια ζωή εφηβικής ασυλίας. Αν της μάθω κάτι, αυτό θα είναι ότι η τρυφεροτητα δεν είναι πάντα αδυναμία. Η τρυφερότητα και η αγάπη είναι τα δώρα των πολύ δυνατών, αυτών που μπορούν να τα προσφέρουν χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα , στα φοβισμένα ανθρωπάκια που δεν ξέρουν να τα προσφέρουν. Άντε κούκλα έλα, join the club. Δεν θα περάσουμε και άσχημα...

Thursday, October 08, 2009

1 1 4


Λίγο πριν χαθείς στη νέα, καλογυαλισμένη ζωή σου, μάζεψες τα ξεχασμένα συνθήματα της νιότης σου, τα έβαλες σε καφάσια, σε κούτες κοντές ασθενικές, κι όσα περίσσεψαν κάτω από το μαξιλάρι σου, κάλεσες φίλους και γνωστούς, συναδέρφους από τη δουλειά, τον κύριο προιστάμενο, και τα έκαψες στο κατάλευκο, επιβλητικό τζάκι του σαλονιού. Πέταξες τα ρούχα σου στις φλόγες, μια γοργόνα αναδυόμενη από την τούρτα σοκολάτα, μια γοργόνα, ζητούσε γυμνή άπληστα προαγωγή, κάτι να σε τονώσει, ένα ποτό μήπως; Πέταξες τα παλιά σου ρούχα κι έσμιξες την ύλη με τα όνειρα. Το βράδυ, όταν έφυγαν οι καλεσμένοι, όταν τέλειωσε το φαί, όταν η φωτιά έσβηνε, έσυρες το κορμί σου στις στάχτες και φώναξες χαρούμενη «Τώρα θα λάμψω.»




Sunday, October 04, 2009

Πρός ποιόν η ψήφος;

Σάββατο βράδυ, λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες. Δεν ξέρω ακόμη τι θα ψηφίσω και φαντάζομαι ότι δεν είμαι ο μόνος. Ανήκω στη μεγάλη πλειοψηφία των αναποφάσιστων. Σε αυτούς που δεν κολλάνε σε κανένα σκληρό πυρήνα κάποιου κόμματος, σε αυτούς που δεν έχουν να ελπίζουν κάτι από κανέναν. Δεν με αγγίζουν οι συσπειρώσεις. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρίσκομαι σε ένα τόσο μεγάλο δίλημμα. Και ο λόγος απλός: άμεσα δεν έχω να ωφεληθώ σε τίποτα από οποιοδήποτε κέντρο εξουσίας, κεντρώο, δεξιό ή αριστερό. Τι θα υπερισχύσει πάνω από την κάλπη; Το συναίσθημα ή η λογική; Το πρώτο έχει πάψει να φτερουγίζει εδώ και χρόνια ενώ η λογική μου αδυνατεί να συμβαδίζει με τη λογική της πολιτικής σκηνής στην Ελλάδα. Κάποια χρόνια νωρίτερα τα πράγματα θα ήταν σαφώς ευκολότερα για μένα. Θα ψήφιζα τον σαφώς ικανότερο, αυτόν που ευδιάκριτα ξεχώριζε από τους άλλους. Σήμερα, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο. Να ψηφίσω δεξιά το θεωρώ αδύνατο για πολλούς λόγους. Η ελληνική δεξιά δεν έχει καμία σχέση με τα φιλελευθερα κόμματα τα οποία πιθανά να με εξέφραζαν σε κάποιο βαθμό. Πιστεύω στην ανοιχτή και ελεύθερη αγορά, με κάποια ελάχιστη κρατική επιτήρηση που θα εμπόδιζε τα χάλια που βιώνουμε από τον περασμένο Σεπτέμβρη. Πιστεύω σε ένα δημόσιο ευέλικτο, μικρό σε μέγεθος και αποτελεσματικό. Πιστεύω και ελπίζω στην επιχειρηματικότητα, τα πρακτικά μυαλά, στους ανθρώπους που υλοποιούν βάσει σχεδιασμού. Πιστεύω στις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων επιχειρήσεων που έχουν βασανίσει πολλάκις τον ελληνικό λαό και που πέρα από μια ψεύδο-υπερηφάνια δεν προσφέρουν τίποτα άλλο πέρα από χρέη. Η ελληνική δεξιά όμως πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις μόνο αυτά δεν εκφράζει. Η δεξιά των laiques είναι μια δεξιά η οποία μου προκαλεί εμετό. Φιλοβασιλικά στοιχεία, κρυφοακραίοι, αποσκληρωμένοι σε προμεταπολιτευτικά ιδανικά, μια απίστευτη βρώμα τηγανίλας και γκλαμουριάς, μείγμα που δεν θα κερδίζε ποτέ την προτίμηση μου, εκτός και αν μου έκαναν λοβοτομή. Πέραν τούτου η σημερινή δεξιά είχε μια μοναδική ευκαιρία να αποτινάξει το παρελθόν της αλλά δεν τα κατάφερε. Κληρονόμησε από την κυβέρνηση Σημίτη, μια Ελλάδα που είχε επιτέλους μπεί σε μια σειρά. Και αντί να την πάει ένα βήμα μπροστά την πήγε πολλά πίσω. Οι μόνοι που ξεχώρισαν από την κυβέρνηση Καραμανλή ήταν ο Χατζηδάκης και η Γιαννάκου. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν Αλλού (στο Αλλού Φαν Πάρκ πιθανότατα). Να ψηφίσω ΠΑΣΟΚ το θεωρώ εξίσου δύσκολο. Θα ψήφιζα πιθανά, αν ο Σημίτης ήταν υποψήφιος πρωθυπουργός. Όμως δεν είναι και δεν θα είναι λογικά ποτέ ξανά. Και θα τον ψήφιζα γιατί, παρά την δυσαρέσκεια που δημιούργησε στον ελληνικό λαό, κατάφερε όσα δεν κατάφερε άλλος πρωθυπουργός στην ιστορία. Κέρδισε το στοίχημα των Ολυμπιακών, υλοποιήσε κομβικά έργα ανάπτυξης για την χώρα, έβαλε την Ελλάδα στο ευρώ, κατάφερε δημοσιονομική πειθαρχία σχεδόν γερμανική. Ήταν ο πιο φιλελευθερος πασόκος που βγήκε από τη Χαριλάου Τρικούπη (τότε) και αυτό δεν του το συγχώρησαν οι πούροι, μυστακοφόροι πρασινοφρουροί. Σήμερα, ο προτεινόμενος από το ΠΑΣΟΚ πρωθυπουργός είναι εξαιρετικά συμπαθής και σαφώς πιο ουσιαστικός από κάθε άλλον προτεινόμενο. Δεν θα χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι όπως κάνει ο Καραμανλής γιατί δεν του το επιτρέπει η αγωγή του και η ευγενική κοψιά του. Ίσως οι συνθήκες τον διαμορφώσουν και τον ωριμάσουν σε έναν ικανό ηγέτη. Ίσως. ΚΚΕ και ΛΑΟΣ αποκλείονται φυσικά, το πρώτο γιατι πρεσβεύει μια αριστερά που θέλει υπόδουλο το λαό της σε ουτοπίες που ούτε ένα δίχρονο παιδί δεν θα πίστευε και το δευτερο γιατι είναι ένα κόμμα που εντάσσει στο δυναμικό του μετανοημένους χρυσαυγίτες, δηλωμένους αντισημίτες και μισαλλόδοξους. Οι οικολόγοι θυμίζουν προσκόπους που έχουν ξαμοληθεί σε παραλίες να μαζέψουν τα αποτσίγαρα που πέταξαν άλλοι και με την ευκαιρία παίζουν και με τα κουβαδάκια τους. Είναι κόμμα αυτό άραγε ή μια ομάδα απολίτικων που θέλουν να εξαργυρώσουν την οικολογική ευσυνειδησία τους σε καλογυαλισμένα βουλευτικά έδρανα; Γιατί να ψηφίσει κάποιος οικολόγους όταν το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΡΙΖΑ εσωκλείουν στο πρόγραμμά τους την πράσινη ανάπτυξη και κάθε πράσινο άλογο που είναι τρελά τρέντυ; Και αυτός ο πολύπαθος ΣΥΡΡΙΖΑ που ακόμη τον μπερδεύω με τον Συνασπισμό, εκνεύρισε πολλάκις με τη συμπεριφορά του τον περυσινό Δεκέμβρη. Σε καμία περίπτωση δεν είναι το κόμμα που θα μου εμπνεύσει εμπιστοσύνη για ένα ατάραχο μέλλον όσο δεν βγαίνει να ξεκαθαρίσει τη θέση του σε σχέση με τα ακραία αριστερά στοιχεία. Ο καφές με τον Τάσο σήμερα είχε και τα πολιτικά στο πρόγραμμα. Μιλήσαμε και οι δύο για μια αρρωστημένη κατάσταση που πρέπει να φύγει. Δεν μπορέσαμε να βρούμε ποια θα ήταν αυτή που θα έρθει στη θέση της. Και όπως αρέσκομαι να επισημαίνω, και με ΠΑΣΟΚ και με ΝΔ ο Παναθηναικός συνεχίζει να μην παίρνει πρωτάθλημα. Άλλη μια υπόσχεση που αθέτησε η κυβέρνηση Καραμανλή.

 
Ο σκαραβαίος του Τάσου. Αν ήταν κόμμα θα το ψήφιζα...

Friday, October 02, 2009

We can catch a train and start again...


Τι αλλάζει τελικά όσο περνούν τα χρόνια; Πόσο πολύ ή ριζικά αλλάζουμε συνήθειες; Αν κρίνω από τον εαυτό μου σχεδόν καθόλου. Πορευόμαι με αγάπες και βιώματα από παλιά και απλά ανανεώνω το ενδιαφέρον μου με έξυπνα τεχνάσματα. Οι συνήθειές και τα πράγματα που μου αρέσουν έχουν παραμείνει σχεδόν τα ίδια, με κανα δυο προσθήκες, με αυτά των εφηβικών, για να μη πω παιδικών χρόνων. Έχοντας μπεί επίσημα στα τριαντα τρία, μια ηλικία που όταν ήμουν είκοσι δυο πίστευα ότι ποτέ δεν θα έφτανα (ίσως λόγω του συμβολισμού, η ηλικία του Χριστού γαρ, αν και ήμουν και παραμένω αγνωστικιστής, ίσως γιατί πίστευα ότι έντεκα χρόνια είναι πολλά για να ζήσω τα πάντα, ίσως γιατί πολύ απλά ένιωθα άτρωτος ώστε να μην με πλησιάζει το κακό) και αφού δεν θα έφτανα τα χρόνια του Χριστού αποφάσισα να κάνω ένα ράλυ εμπειριών που δεν μου βγήκε και σε κακό τελικά. Είναι περίεργο να γνωρίζεις ότι σου προκαλούν συγκίνηση τα ίδια πράγματα που σε συγκινούσαν μια ζωή: πίστευα ότι αυτό θα άλλαζε, ότι θα μεταμορφωνόμουν εν μια νυκτί σε κάτι άλλο βάζοντας οριστικό τέλος σε μια ζωή που θα άνηκε στο χθες. Όμως η μεταμόρφωση δεν έγινε ποτέ κι έτσι συνεχίζω να αγαπώ τα παιδικά μου κολλήματα, τα εφηβικά και νεανικά μου ακούσματα, τις αξεπέραστες οδύνες που τελικά αγαπώ πιο πολύ από ότι νομίζω. Λατρεύω να συλλέγω πράγματα, ακόμη και περίεργα όπως οι καρτέλες ασφαλείας των αεροπλάνων, ενώ γεμίζω χώρους με άχρηστη σαβούρα που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα την δείξω σε κανένα μια που θα ντρεπόμουν ή θα φοβόμουν ότι θα με περνούσε για ψυχικά διαταραγμένο. Λατρεύω τα γραμματόσημα, τα παλιά πιάνο, τους beatles και τους jack, τα τραίνα, να πετάω, τα παλιά αυτοκίνητα, τους παλιούς υπολογιστές, τις σοκολάτες cadbury, τα βιβλία, το άρωμα των βιβλίων, το σινεμά, τις γαλλικές ταινίες, τις βρετανικές κωμωδίες, το rock and roll, τα playmobil, τη σύγχρονη ζωγραφική, τις βροχερές μέρες, τα μπλου τζηνς, τις τσίχλες wrangler, να κάνω ποδήλατο και τόσα πολλά άλλα. Ακούω πολλές φορές την ερώτηση πότε θα ωριμάσω. Ερχεται η ωριμότητα όταν υιοθετείς “ενήλικα” γούστα και προτιμήσεις; Φτάνοντας σήμερα σε μια ηλικία που κάποτε πίστευα ότι όλα θα έχουν τελειώσει νιώθω τυχερός που είμαι ακόμη εδώ και ακόμη πιο τυχερός που ώριμος πια, με την εμπειρία τριάντα τριών ετών στην πλάτη μου, θα βρεθώ την Κυριακή στην κάλπη να πράξω το δικαίωμα ενός ενηλίκου, ένα ώριμο παιδί που δεν μασάει από ενήλικα γούστα και κανόνες.

Sunday, September 27, 2009

Δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι

Διαβάζω στο Monocle, ένα από τα αγαπημένα μου περιοδικά (αυτή είναι μια άλλη κουβέντα, η ιστορία με τα αγαπημένα περιοδικά), ότι στη Σουηδία κονταροχτυπήθηκαν δύο χωριά για το ποιο θα διεκδικήσει την ταφή των πυρηνικών αποβλήτων. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, που όλοι παλεύουν για να μη γίνει χώρος ΧΥΤΑ στα μέρη τους, ενώ θα έπρεπε να μιλάμε τουλάχιστον για ΧΥΤΥ στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, οι Σουηδοί, που εξασφαλίζουν ότι όλες οι διαδικασίες θα ακολουθηθούν, που εξασφαλίζουν ότι θα προστατευτεί το περιβάλλον και οι κάτοικοι, μιλούν για ταφή πυρηνικών αποβλήτων. Το Osthammar, και όπως αυτό προφέρεται, εξασφάλισε για τα επόμενα 100.000 χρόνια, ναι δεν είναι τυπογραφικό λάθος, ότι στα εδάφη του θα θάβονται τα πυρηνικά απόβλητα της Σουηδίας. Η μορφολογία του εδάφους ήταν αυτή που έδωσε τη νίκη στο χωριό, όπου το 72% των κατοίκων του υποστηρίζει την απόφαση αυτή. Η κατασκευή και λειτουργία του χώρου ταφής των πυρηνικών αποβλήτων θα δώσει 750 νέες θέσεις εργασίας. Αν όλα πάνε καλά μέχρι το 2023 η Σουηδία θα είναι η πρώτη χώρα που θα έχει έναν πλήρη σταθμό απόθεσης και ταφής πυρηνικών αποβλήτων στον κόσμo. Φαντάζομαι ιδανικά λοιπόν μετά από κάποια χρόνια, οι κάτοικοι του Γραμματικού να τσακώνονται με αυτούς της Φυλής για το ποιά περιοχή θα φιλοξενήσει ενα ΧΥΤΑ ή ΧΥΤΥ...

Thursday, September 24, 2009

Au revoir sans revoir




Μέσα στην προεκλογική αναταραχή με βρήκε η είδηση για το αγαπημένο Au revoir της Πατησίων. Μαθαίνω ότι έκλεισε. Στεναχωρέθηκα αν και είχα καιρό να πάω. Πρωτοπήγα με την Ν σχεδόν μόλις είχαμε γνωριστεί, πολλά χρόνια πριν. Με πήγε η ίδια μια που εγώ ούτε καν που το γνώριζα. Το περίεργο είναι ότι ούτε εκείνη είχε μπεί ποτέ απλά το έβλεπε απέξω και, μια που ημουν κάτι νέο στη ζωή της, αποφάσισε να το συνδυάσει με ένα νέο στέκι. Ήταν ένα μεσημέρι, ήταν Τετάρτη, ήταν και Ιούλιος και είπαμε να μπούμε. Θυμάμαι ότι πήρα μια κόκα κόλα (πόσο ξενέρωτο για ένα τέτοιο μαγαζί), καθίσαμε στους καναπέδες και χαζεύαμε πότε την ψάθινη επένδυση στο πλάι πότε την τηλεόραση που έπαιζε στη γωνία βουβά. Ήμασταν οι μόνοι πελάτες, ντάλα μεσημέρι πολύ φυσικό, και η αμηχανία μεταξύ μας βάραινε στο χώρο. Από τότε ξαναπήγαμε αρκετές φορές, όλες πια βράδυ, για ποτό κανονικό και όχι κόκα κόλα, μάθαμε την αρχιτεκτονική ιστορία του χώρου, καθήσαμε στο πατάρι, άλλες φορές πάνω στη βιτρίνα χαζεύοντας την πολυσύχναστη Πατησίων και τα τρόλει που περνούσαν, και φυσικά ακούγαμε, από κασέτα, τις μουσικές επιλογές των ιδιοκτητών που έφερναν αέρα φίφτις. Τον χώρο τον αγαπούσαμε παρά την κάπνα που δεν σε άφηνε να πάρεις ανάσα και παρά την υποψία βρώμας στο χώρο και τα έπιπλα. Ήταν ένα στέκι που ξεπηδούσε από τα μυθιστορήματα του Νικολαίδη, της αμερικάνικης αντρίλας των φίφτις, του ροκ εν ρολ και των παλιών, δυνατών ποτών. Στο χώρο κινούνταν νοερά λιγδιασμένα μαλλιά με τζελ, τζιν και μπότες ενώ κάπου στη γωνία βρισκόταν ο Έλβις και ο Σινάτρα. Συναντήσαμε απίθανα τυπάκια και μαζί με την Ν κάναμε ένα σωρό πιθανά σενάρια για τη ζωή τους ενώ στοιχηματίζαμε ποιοί θα κοιμόντουσαν μαζί εκείνο το βράδυ και ποιοί όχι. Τελευταία φορά που πήγα, αν θυμάμαι καλά, ήταν λίγο πρίν απολυθώ απο στρατιώτης. Έτερον ουδέν.



Monday, September 21, 2009

Μια μέρα χωρίς κινητό

Λίγο η κούραση από το υπερατλαντικό ταξίδι, λίγο η νύστα της Δευτέρας έκαναν τη σημερινή μέρα ξεχωριστή. Είναι η πρώτη φορά από το 1998 που κινούμαι χωρίς κινητό. Από την αποφράδα εκείνη μέρα, όπου ένας αλλοπρόσαλος φοιτητάκος ανακοίνωνε με περίσσια χαράς ότι απόκτησε κινητό, μέχρι σήμερα, το κινητό έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι των εξόδων μου απο το σπίτι, μικρών και μεγάλων, και έχει δημιουργήσει ένα σωρό άγχη που συνδέονται με αυτό και την έλλειψή του. Αν εξαιρέσεις το πρώτο σοκ, τον έντονο πανικό που κυρίευσε στην ιδέα "και τώρα αυτοί που θα με ψάχνουν πώς θα με βρούν" γρήγορα πέρασα στο "δε βαριέσαι, σιγά το πράγμα". Ήταν η πρώτη μέρα μετά από έντεκα χρόνια που άκουσα μουσική στο αυτοκίνητο με την ησυχία μου χωρίς να έχω παραισθήσεις ότι αυτό που ακούω είναι ο νέος σούπερ ντούπερ ήχος που έχω βάλει στο κινητό αλλά δεν τον θυμάμαι καλά καλά, η πρώτη μέρα που δεν κοιτούσα σαν ψυχασθενής το κινητό ανα μισή ώρα για χαμένες κλήσεις ή εισερχόμενα μηνύματα, η πρώτη φορά που δούλεψα απερίσπαστα χωρίς να έχω (στατιστικά αποδεδειγμένο) πάνω από τρείς κλήσεις την ώρα, στο εργάσιμο οκτάωρο. Επίσης, και αντίθετα με όσα πίστευα, δεν βρέθηκαν στο δρόμο μου εξωγήινοι. Φτηνά τη γλυτώσαμε και σήμερα...


H πηγή των δεινών μου. Λαμβάνει και στέλνει τα πάντα...

Saturday, September 19, 2009

Στου Σικάγου τον χειμώνα

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι τελικά να ζείς εκτός Ελλάδας; Σίγουρα πιο δύσκολο από να το λές. Η Ελλάδα αποτελεί σαφώς μια άθλια επιλογή για ανθρώπους οι οποίοι είναι δημιουργικοί, επιχειρούν ή έχουν ιδιαίτερα ευαίσθητα αισθητήρια (είναι φιλότεχνοι, ευαίσθητοι, καλόγουστοι, ευγενικοί).  Σαφώς άθλια για την περιβαλλοντική της ευαισθησία και την μικρόνοια με την οποία αντιμετωπίζει θέματα μεγάλης σημασίας. Αποτελεί, όμως τη χώρα της παιδικής μας ηλικίας και άρα των πιο όμορφων αναμνήσεων, των ατελείωτων, ζεστών και φωτεινών καλοκαιριών, τη χώρα όπου σαφώς μπορεί να σε εκνευρίζουν όλοι με την αγένεια και την έλλειψη διακριτικότητας αλλά που για ένα περίεργο λόγο ξέρεις ότι αν σου συμβεί κάτι κάποιος θα σε βοηθήσει και δεν θα πας μόνος σε κάποιο παγωμένο πεζοδρόμιο. Η αλήθεια είναι ότι αν είχα την ευκαιρία να φύγω θα έφευγα, απλά όσο περνούν τα χρόνια λιγοστεύουν οι ευκαιρίες και βαραίνω. Θα έφευγα όχι γιατί αυτή η χώρα με πληγώνει, όπως λένε τα κλισέ, αλλά για να μη πληγώσει το παιδί ή τα παιδιά μου στο μέλλον.  Αυτό που μου κάνει εντύπωση παρόλα αυτά, ακόμη και για ένα κυνικό παρατηρητή σαν εμένα, έναν μισέλληνα με ελληνική ταυτότητα, είναι η χαρά που μου δίνει να συναντώ έλληνα στη μέση του πουθενά σε μέρη πολύ μακριά από την Ελλάδα. Ιδιοτροπία;

Thursday, September 17, 2009

Το αξίζεις...

Έτσι ξεκινούσε το email που έλαβα από την αεροπορική εταιρεία και που μου γνωστοποιούσε ότι είμαι πλέον κάτι παραπάνω από συχνός ταξιδιώτης, ότι βρε αδερφέ πλέον έχω αναγνωρισμένο κύρος και θα απολαμβάνω στα ταξίδια ότι απολαμβάνουν σοβαροί κύριοι σε lounges με παχιές μοκέτες και τσάμπα καφέ. Γιούπι! Όταν μέσα σε μια χρονιά κάνω περίπου εξήντα αεροπορικά ταξίδια, σε ώρες που άλλοι κοιμούνται, συνήθως διήμερα, για δουλειά και μόνο, διασχίζοντας τις ζώνες της ώρας με ταχύτητα που ζαλίζει και με αφήνει ξάγρυπνο για μέρες, αφήνοντας πίσω την φυσιολογική ροή του χρόνου και κάνοντας περισσότερο ζωή ναυτικού, περιδιαβαίνοντας σαν την άδικη κατάρα σε διαδρόμους αεροδρομίων, αναβάλλοντας υποχρεώσεις που με περιμένουν, αγχωμένος πάντα για το τι θα συμβεί όσο εγώ λείπω, φοβισμένος αν πιάνει ή όχι το κινητό, αν έχω ή δεν έχω wi-fi σύνδεση, αν πέσει το αεροπλάνο πριν κάνω τη διαθήκη μου και ασφαλιστώ, δεν ξέρω κατα πόσο ενθαρρυντικό είναι τελικά να πάθεις ότι πραγματικά αξίζεις...

Ζήτω οι ελληνικές εκλογές

Μου έλειψαν. Τέσσερις μήνες πρίν, η γνωστή διαδικασία: εκδρομή μέχρι τον Πειραιά, εξακρίβωση στοιχείων, κανένα δίλεπτο στα θαυμαστά αποδυτήρια πολιτικού ενδυματισμού και τσούπ η στιγμή που πέφτει το φακελάκι στη διάφανη κάλπη αντί για την τσέπη κάποιου δημόσιου άρχοντα. Η υπεροχή που κρατά δευτερόλεπτα και η κίνηση που πάντα μετανιώνεις για αυτήν μόλις σου έρθει το πρώτο εκκαθαριστικό. Παραθέτω μια αποκλειστική εικόνα της ελλαδίτσας και εύχομαι στους νέους σοσιαλιστές καλή όρεξη...

Tuesday, September 15, 2009

Ανάγνωση


Καιρό είχα να το κάνω. Να πιάσω ένα βιβλίο και να το τελειώσω, χωρίς να σηκωθώ, καποιες ώρες μετά. O λύκος στη σοφίτα με κράτησε καθηλωμένο. Είναι ένα περίεργο βιβλίο το οποίο σαφώς και δεν μπορείς να κατατάξεις κάπου. Οι επαγγελματίες των Ψ-επαγγελμάτων δεν θα είχαν πρόβλημα να το κατατάξουν στο είδος της ψυχαναλυτικής βιογραφίας. Όμως είναι κάτι παραπάνω από αυτό: είναι σίγουρα μια βιογραφία, όχι όμως ενός προσώπου αλλά μιας πλειάδας, μιας μεγάλης οικογένειας που απλώνεται στο χρόνο, είναι ένα ιστορικό κείμενο που περιγράφει το Ολοκαύτωμα (Shoah) από μια άλλη οπτική, ενός διασωθέντα που τη γλύτωσε οριακά, είναι ένα κείμενο για την μετανάστευση και το κενό να νιώθεις μια ζωή ξένος (σε πολλά σημεία μου θύμησε μια άλλη επιζήσασα του Άουσβιτς την Άνα Νόβακ που σε όλη της τη ζωή ήταν ξένη και περιφερόμενη), ένα κείμενο για την αγάπη, τον έρωτα και τη ζωή. Μπορεί σε σημεία η Sophia Richmann να βγάζει τον ψυχαναλυτικό ευατό της, αυτό άλλωστε είναι και το επάγγελμά της, όμως για ανθρώπους που δεν εχουν σχέση με το επάγγελμα, όπως εγώ, το βιβλίο είναι αριστουργηματικά δομημένο και γραμμένο. Είναι ένα κείμενο που ρέει, ένα κείμενο που δεν είναι κλαψιάρικο όπως μας έχουν συνηθίσει συγγραφείς που έχουν περάσει τη φρίκη των στρατοπέδων συγκενρωσης, ένα κείμενο που βλέπει και το θέμα του ιουδαισμού μέσα από άλλο πρίσμα. Πρόκειται για μια ειλικρινή εξομολόγηση, που φαντάζομαι ότι θα λειτούργησε τόσο ευεργετικά για τη συγγραφέα όσο μια ζωή ψυχανάλυση, που αποφευγει τις κοινοτοπίες τέτοιων βιβλίων. Το κείμενο είναι δυναμικό, σου δίνει την εντύπωση πώς κάπου θα εστιάσει αλλά ρέει ομαλά πέρα από το χρόνο και τα γεγονότα. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τυπωθήτω στα ελληνικά.

Ανώνυμο


Η πνοή σου ταξιδεύει κι ολο τον κόσμο φέρνει εδώ...
Βοστώνη, Σεπτέμβρης 2009